Η δυστυχία του να είναι κανείς… Δήμαρχος!

Σε λίγες μέρες μπαίνουμε στον τελευταίο χρόνο της παρούσας δημοτικής περιόδου και θα αρχίσει η «οιονεί προεκλογική περίοδος» για τις ερχόμενες δημοτικές εκλογές που, θυμίζω, θα διεξαχθούν για πρώτη φορά ανοιξιάτικα, μαζί με τις ευρωεκλογές που μάλιστα -αν δεν κάνω λάθος- επισπεύτηκαν για τα τέλη Μαΐου του 2014.

Γράφει ο Τρύφωνας Δάρας
Κάποιοι από τους ενδιαφερόμενους να διεκδικήσουν το ύπατο αξίωμα της πόλης μού έκαναν την τιμή να ζητήσουν τη γνώμη μου «επί του πρακτέου». Βεβαίως η απόφαση να θέσει κανείς τον εαυτό του υπό την κρίση των συμπολιτών του είναι μια κορυφαία προσωπική απόφαση και δεν πέφτει κανένας λόγος σε μάς τους υπόλοιπους, παρά μόνον ως ψηφοφόρους. 
Όμως αν η ταπεινή μου γνώμη μπορεί να έχει κάποια αξία, με την πείρα 30 ετών στο χώρο της Αυτοδιοίκησης, θα έλεγα σε κάθε ενδιαφερόμενο να το σκεφτεί δυο φορές και να συνομιλήσει εξαντλητικά με τον εαυτό του πριν πάρει την τελική του απόφαση. Και το λέω αυτό, επειδή διακρίνω πληθώρα ενδιαφερομένων στο Χαϊδάρι, δυσανάλογη με τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Τις μετεκλογικές όχι τις προεκλογικές.
Και η μεγαλύτερη δυσκολία δεν είναι -όπως πολλοί θα υπέθεταν- η οικονομική δυσπραγία συνολικά της Αυτοδιοίκησης και ειδικά του Δήμου μας και η ανεπάρκεια των πόρων. Μακάρι να ήταν μόνο αυτό. Σε τελική ανάλυση, αυτό συνιστά μια κορυφαία πρόκληση για τον αιρετό και θα ήταν μια σπουδαία και ανεκτίμητη επιτυχία και προσφορά στην πόλη, αν κατάφερνε δηλαδή μέσα σ’ αυτό ακριβώς το ασφυκτικό πλαίσιο να προχωρήσει σε ορθολογική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, να κάνει τις αναγκαίες οικονομίες κλίμακος και γενικά να αποδειχτεί καλός και άξιος καπετάνιος στη φουρτούνα.
Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ότι θα πρέπει να επιχειρήσει αυτές ακριβώς τις δύσκολες προσαρμογές μέσα σ’ ένα περιβάλλον έντονης αμφισβήτησης, καχυποψίας και απαξίωσης του θεσμού και των προσώπων που τους υπηρετούν. Προσέξτε την αντίφαση. Σε εποχές αφθονίας των πόρων, όπως τις ζήσαμε οι παλιότεροι, που το οικονομικό “νταραβέρι” ήταν εκ των πραγμάτων μεγαλύτερο, ίσως επειδή έχεις να μοιράσεις χρήμα, να κάνεις έργα κλπ, ουδείς ασχολείται με το αν κάνεις καλή διαχείριση του δημοσίου χρήματος ή αν μέρος αυτού καταλήγει σε κάποιες τσέπες. Αντίθετα σε περιόδους δυσπραγίας, όπως η τωρινή, που τα ποσά που έχεις να διαχειριστείς είναι ελάχιστα, τότε αντιστρόφως ανάλογη είναι η έκταση των ψιθύρων, οι υποψίες και οι καταγγελίες που τροφοδοτούν ένα γενικευμένο κλίμα αμφισβήτησης και απαξίωσης πολιτικής και πολιτικών, εν προκειμένω των αιρετών της Αυτοδιοίκησης.
Και αυτό το κλίμα δεν αφορά μόνο την κοινωνία. Δεν αφήνει ανεπηρέαστους ούτε τους νομοθέτες ούτε τους δικαστές. Οι πρώτοι, υπό την πίεση της κοινής γνώμης, κάνουν ό,τι μπορούν για να δυσκολέψουν τη ζωή των ανθρώπων της Αυτοδιοίκησης προσθέτοντας συνεχώς ελεγκτικούς μηχανισμούς στην καθημερινότητα της Τ.Α. Ξέρετε πόσοι τέτοιοι μηχανισμοί υπάρχουν σήμερα; Καμιά δεκαριά, ζωή να ‘χουν. Μετρήστε: Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, Ελεγκτικό Συνέδριο, Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, Οικονομικοί Επιθεωρητές, Σώμα Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, ΣΔΟΕ, Επιθεωρητές Περιβάλλοντος, Συνήγορος του Πολίτη, Ελεγκτής Νομιμότητας, το (νέο) Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ και ίσως μου διαφεύγει και κανένα!
Έτσι όμως και ο σκοπός της διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης δεν υπηρετείται, αλλά και ο αναγκαίος έλεγχος νομιμότητας των αποφάσεων της Αυτοδιοίκησης εκτρέπεται σε ανεπίτρεπτο από το Σύνταγμα έλεγχο σκοπιμότητας. Για να μη μιλήσω για τη σύγχυση, τις αντιφατικές αποφάσεις, την αλληλεπικάλυψη αρμοδιοτήτων κλπ., που οδηγούν σε ακινησία και παράλυση αιρετούς και υπηρεσίες που δεν ξέρουν «από πού θα τους έρθει…».
Από κοντά και οι δικαστές που έχουν “αγριέψει” ακριβώς λόγω της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και του κλίματος που λέγαμε. Και το σοβαρότερο πρόβλημα εν προκειμένω δεν είναι οι καταδίκες των αιρετών, όταν και όσων φτάνουν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Εκεί στο κάτω κάτω έχουμε δικαστική κρίση βάσει αποδείξεων και δεν μας επιτρέπεται να μιλάμε για επηρεασμό του δικαστή. Διαφέρει όμως το πράγμα όταν οι Εισαγγελείς ασκούν με το παραμικρό ποινικές διώξεις εναντίον αιρετών στη βάση της ευρύτατα διαδεδομένης εισαγγελικής πρακτικής “ας πάει ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο και εκεί θα δικαιωθεί, αν είναι αθώος”. Στην περίπτωσή μας όμως το πράγμα δεν είναι καθόλου απλό, αφού πολλές φορές η ποινική δίωξη αρκεί για να οδηγήσει σε αργία τον αιρετό, ενώ ακόμη κι αν αυτό δεν συμβεί, με το δεδομένο ότι οι υποθέσεις αργούν να εκκαθαριστούν δικαστικά,και «σέρνονται» για χρόνια, ο αιρετός βρίσκεται σε πολιτική ομηρία όντας υπόδικος!
Μια τέτοια πρακτική έχει ακολουθηθεί και στο δικό μας Δήμο. Σε βάρος του νυν Δημάρχου υποβλήθηκε μια μήνυση για μια σειρά ζητήματα αναγόμενα στον κύκλο των καθηκόντων του, επωνύμως μεν, ψευδωνύμως δε! Δηλαδή ο μηνυτής ήταν απλώς ανύπαρκτο πρόσωπο, όπως έδειξε η αστυνομική έρευνα. Αυτή η καταγγελία βρίσκεται προς το παρόν στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης και αναμένεται η άσκηση ή μη ποινικής δίωξης. Δεν ενδιαφέρει τους σκοπούς αυτού του σημειώματος το ποιος κρύβεται πίσω από τον ανύπαρκτο μηνυτή ή η βασιμότητα των καταγγελλομένων. Αυτό το τελευταίο θα το βρει η εισαγγελική έρευνα, αλλά εδώ ακριβώς είναι το ζήτημα. Ότι τέτοιες ανώνυμες ή ψευδώνυμες καταγγελίες, ακόμη και προφανώς αβάσιμες, οδηγούν πολλές φορές στην άσκηση ποινικών διώξεων με όλες τις συνέπειες που προανέφερα. Αυτό το κακό έχει παραγίνει. Και δεν το λέω εγώ. Το λέει ο αρμοδιότερος εισαγγελικός λειτουργός, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος με μια πρόσφατη, ομολογουμένως τολμηρή, εγκύκλιό του προς τους εισαγγελικούς λειτουργούς τονίζει ότι πρέπει να προχωρούν «στην ενδελεχή αξιολόγηση των καταγγελιών, ιδιαίτερα ανωνύμων και ψευδωνύμων, προκειμένου να υπάρξει περιορισμός στις αθρόες εντολές για διαχειριστικούς ελέγχους στα πλαίσια προκαταρκτικών εξετάσεων που διενεργούν».
Είναι γνωστό σε όλους ότι δεν ανήκω στους πολιτικούς φίλους του σημερινού Δημάρχου και ομολογώ ότι παρακολουθώ με ενδιαφέρον τις πολιτικές κωλοτούμπες πολλών πρώην συντρόφων μου, που με περισσή άνεση και ευκολία αλλάζουν σήμερα στρατόπεδο, κάποιοι εξ αυτών με το αζημίωτο! Όμως ειδικά σ’ αυτούς τους τελευταίους οφείλω να υπενθυμίσω ότι η υπερβολή, η μισή αλήθεια, οι ανακρίβειες, η παραποίηση των δεδομένων ή, ακόμη χειρότερα, η ποινικοποίηση συνηθισμένων πρακτικών της Αυτοδιοίκησης είναι μια ανήθικη και ανέντιμη μεθοδολογία για την επίλυση πολιτικών διαφορών. Το ότι κάποτε στο παρελθόν «έπιασε» δεν σημαίνει ότι θα πιάνει πάντα ούτε ότι είναι αποδεκτή.
Και επειδή κάποιοι εξ αυτών μέχρι πρότινος τουλάχιστον “έθυαν” στο όνομα του Κ. Ντηνιακού, θέλω επίσης να τους υπενθυμίσω ότι πολλά από τα όσα σήμερα καταγγέλλονται ήταν συνήθης πρακτική και επί των ημερών του και αποτελεί μέγιστη υποκρισία να το αποσιωπούμε. Ο ίδιος άλλωστε ο Κ. Ντηνιακός συνήθιζε να λέει χαριτολογώντας ότι «κινούμαστε στις παρυφές της νομιμότητας». Δεν ξέρω αν σήμερα θα έλεγε ή θα έπραττε τα ίδια, αν και είμαι βέβαιος ότι ως έγκριτος νομικός δεν θα το ριψοκινδύνευε! Αυτό που ξέρω είναι ότι αν δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή ο Ντηνιακός, ο Γρύλλης, ο Ευσταθιάδης, ο Λογοθέτης, ο Μπένος και μια σειρά άλλοι τολμηροί και ρηξικέλευθοι Δήμαρχοι, η Αυτοδιοίκηση δεν θα είχε κάνει τα θεσμικά άλματα προόδου που έκανε και θα ήταν ακόμη ληξίαρχος και σκουπιδιάρης!
Έχω επίγνωση ότι αυτά που λέω δεν είναι ιδιαιτέρως θελκτικά για την αδηφάγο κοινή γνώμη και για τους διάφορους bloggersκαι ηλεκτρονικούς σχολιαστές, που “διψούν για αίμα” και που θεωρούν εκ προοιμίου τους πάντες και συλλήβδην λαμόγια, κλέφτες και πουλημένους. Δεν σκοπεύω ούτε μπορώ να τους μεταπείσω. Απλώς λέω ότι, αν μπορούσαν για μια μόνο στιγμή να αφιππεύσουν από τις βεβαιότητές τους, θα μπορούσαν ίσως να αντιληφθούν ότι η γενικευμένη ενοχή οδηγεί στη γενικευμένη αθώωση. Είναι ό,τι επιθυμούν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο οι πραγματικοί ένοχοι…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *