Ευάλωτες οι μεγάλες πόλεις της Ελλάδας σε περίπτωση σεισμού

Δεν υπάρχει πλέον το περιθώριο επεμβάσεων σε δημόσια κτήρια για την θωράκησή τους από ενδεχόμενο σεισμό, καθώς είναι ήδη αρκετά παλιά και το κόστος είναι ιδιαίτερα αυξημένο. Αυτά επισημαίνει ο καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Πενέλης, με αφορμή σχετική παρουσίασή του σε ημερίδα της “Ομάδας Δημιουργίας για τη Θεσσαλονίκη” για την αντισεισμική θωράκιση της πόλης.
Μάλιστα ο ίδιος τονίζει, μιλώντας στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, πως πλέον θεωρείται χαμένη ευκαιρία η πραγματοποίηση επεμβάσεων σε δημόσια κτίρια υψηλού κοινωνικού ενδιαφέροντος (όπως σχολεία, νοσοκομεία, κέντρα υγείας κ.α.) για τη θωράκισή τους σε περίπτωση σεισμού, καθώς κάτι τέτοιο «αγγίζει» το 7 με 8% της αξίας ενός κτιρίου.
Το γεγονός αυτό καθιστά μεγάλες πόλεις ακόμη πιο ευάλωτες σε περίπτωση σεισμού, λέει ο καθηγητής, δεδομένου ότι μόλις το 15% των κτιρίων τους υπολογίζεται ότι έχει κατασκευαστεί μετά το 1990 οπότε άλλαξε ο αντισεισμικός κανονισμός και υιοθετήθηκαν νέες προδιαγραφές.
«Η Θεσσαλονίκη και η Αθήνα έχουν ήδη κτιστεί. Τα περισσότερα κτίρια στο κέντρο των πόλεων αυτών είχαν ήδη δομηθεί πριν από το 1990 και η κατάσταση δεν αλλάζει ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια» εξηγεί ο κ. Πενέλης και σχολιάζει πως έγινε μια απόπειρα το 2000 να δημιουργηθεί ένα κανονιστικό πλαίσιο για τον προσεισμικό έλεγχο των κτιρίων.
«Η προσπάθεια αυτή είχε τρεις φάσεις και στην πρώτη από αυτές ξεκίνησαν να ελέγχονται 65.000 δημόσια κτίρια που υπήρχαν τότε στην Ελλάδα. Από αυτά ολοκληρώθηκε ο έλεγχος σε 5.000 με 6.000 περίπου, ωστόσο επεμβάσεις δεν υπήρξαν πουθενά. Επίσης είχε ξεκινήσει μια πολύ καλή προσπάθεια και από την πλευρά του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων κατά την οποία έγιναν έλεγχοι σε σχολεία που κτίστηκαν πριν από το 1959, όμως και πάλι επεμβάσεις για την αποκατάσταση κτιρίων δεν υπήρξαν», σημείωσε.
Ερωτηθείς για τη δυνατότητα ιδιωτών να ξεκινούν διαδικασίες αντισεισμικής θωράκισης των κτιρίων στα οποία ζουν απαντά: «δεν θα ήμουν ρεαλιστής αν συνιστούσα σε ιδιώτες να προβούν στις αντίστοιχες ενέργειες. Στις περιπτώσεις οικοδομών με πολλούς ιδιοκτήτες είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί συμφωνία τόσο λόγω του κόστους των επεμβάσεων όσο και λόγω των οχλήσεων που προκαλούν στο εσωτερικό των σπιτιών. Η μοναδική περίπτωση ιδιωτικών κτιρίων στα οποία ολοκληρώθηκαν επεμβάσεις αφορά μεγάλα εμπορικά κέντρα».
«Ο προσεισμικός έλεγχος και οι επεμβάσεις σε ειδικές κατηγορίες κτιρίων δεν είναι μια δική μου φαεινή ιδέα. Η εμπειρία του εξωτερικού έχει να επιδείξει πολλά παραδείγματα. Την ίδια στιγμή, οι μνήμες της γενιάς μου από τον σεισμό της Θεσσαλονίκης το 1978 αλλά και το στατιστικό στοιχείο που προκύπτει από την ανάλυση των δεδομένων 1600 χρόνων για την συγκεκριμένη περιοχή και τοποθετεί την εκδήλωση ενός σεισμού μεταξύ 6 και 7 Ρίχτερ ανά σαράντα χρόνια, δεν θα πρέπει να μας αφήνει να εφησυχάζουμε» σημειώνει.
Ενδεικτικά, σχολιάζει, ότι μετά από δική του παρουσίαση πριν από χρόνια στην Κύπρο, η κυπριακή κυβέρνηση με δάνειο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων προχώρησε σε αντισεισμικές επεμβάσεις σε όλα τα σχολεία. Παράλληλα, στις ΗΠΑ εφαρμόζεται από το 1994 ο προσεισμικός έλεγχος και στο Σαν Φρανσίσκο το 50% των εργασιών μηχανικού που εκτελούνται αφορά επεμβάσεις σε υφιστάμενα κτίρια.
Τέλος προσέθεσε «το ελληνικό επιστημονικό δυναμικό, παρά το ότι έκανε φιλότιμες προσπάθειες, δεν κατάφερε να πείσει το πολιτικό σύστημα για το θέμα. Σήμερα είναι αστείο να σκεφτόμαστε κάτι τέτοιο γιατί δεν υπάρχουν επενδύσεις στον τομέα των κατασκευών. Αυτός είναι και ο λόγος που μιλώ για χαμένη ευκαιρία».
Προσθέτει, ωστόσο, ότι αυτό που θα έπρεπε τουλάχιστον να διασφαλιστεί είναι η ετοιμότητα στη χρήση των υπόλοιπων τριών βασικών εργαλείων διαχείρισης σεισμικού κινδύνου: της αντισεισμικής δόμησης, της ενημέρωσης του πολίτη και της ετοιμότητας της Πολιτείας να αντιδράσει μετά από ενδεχόμενο σεισμό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
«Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, είναι αλήθεια ότι έχει πράγματι αναπτυχθεί στην Ελλάδα ένα πολύ καλό σύστημα μετασεισμικής παρέμβασης που λειτούργησε πολύ αποτελεσματικά κατά τους τελευταίους σεισμούς. Εύχομαι να εξακολουθήσει να διατηρείται σε υψηλό βαθμό και να μην έχει οδηγηθεί σε αποδιοργάνωση λόγω της ύφεσης», σχολιάζει ο κ. Πενέλης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *